Thursday, August 9, 2018

«Έχω το μέγεθος αυτού που βλέπω!»

« Ξαναδιαβάζω παθητικά, δεχόμενος αυτό που νιώθω σαν έμπνευση και μαζί σαν ανακούφιση, εκείνες τις απλές φράσεις του Καέιρο [ Alberto Caeiro : ένας από τους τρεις βασικούς ετερώνυμους του Φερνάντο Πεσσόα, ο δάσκαλος όλων κατά τον δημιουργό τους], που αναφέρονται φυσικά στο μκρό μέγεθος του χωριού του. Από εκεί, μας λέει, γιατί είναι μικρό, μπορεί κανείς να δει περισσότερο σύμπαν απ' ό,τι από την πόλη. Γι' αυτό το χωριό είναι μεγαλύτερο από την πόλη ...

Γιατί εγώ έχω το μέγεθος αυτού που βλέπω
κι όχι το μέγεθος του αναστήματός μου.

Φράσεις σαν αυτές, που φαίνονται να γεννιούνται χωρίς κανείς να το έχει επιδιώξει , με ξεπλένουν απ' όλη τη μεταφυσική που αυθόρμητα προσθέτω στη ζωή. Αφου τις διαβάσω, βγαίνω στο παράθυρό μου, που βλέπει σ' ένα στενό δρομάκι, κοιτάζω τον απέραντο ουρανό και τα πολλά άστρα και είμαι ελεύθερος, νιώθοντας μια φτερωτή λαμπρότητα που η δόνησή της κάνει να τρέμει το σώμα μου ολόκληρο.

«Έχω το μέγεθος αυτού που βλέπω!» Κάθε φορά που σκέφτομαι αυτή τη φράση με όλη την προσοχή των νεύρων μου, μου φαίνεται όλο και περισσότερο πως είναι προορισμένη να ανοικοδομήσει τους αστερισμούς του σύμπαντος. «Έχω το μέγεθος αυτού που βλέπω!» Τί μεγάλη πνευματική δύναμη, που ξεκινάει από το βαθύ πηγάδι των συγκινήσεων και φτάνει μέχρι τα πιο ψηλά άστρα που καθρεφτίζονται σ' αυτό, κι έτσι, κατά κάποιον τρόπο, βρίσκονται κι αυτά εκεί.

Από αυτή τη στιγμή, έχοντας συνείδηση ότι ξέρω να βλέπω, κοιτάζω την απέραντη αντικειμενική μεταφυσική των ουρανών με μια σιγουριά που με κάνει να θέλω να πεθάνω τραγουδώντας. «Έχω το μέγεθος αυτού που βλέπω!» Και τα ακαθόριστο φεγγαρόφωτο, εντελώς δικό μου, αρχίζει να καταστρέφει με το ακαθόριστο φως του τον μπλε σχεδόν μαύρο του ορίζοντα.

Μού 'ρχεται η επιθυμία να σηκώσω τα χέρια και να ουρλιάξω πράγματα με μια άγνωστη αγριότητα, να απευθύνω λέξεις στα ανώτατα μυστήρια, να επιδείξω μια νέα άπειρη προσωπικότητα στα μεγάλα διαστήματα της κενής ύλης.

Αλλά ξαναβρίσκω τον εαυτό μου και ηρεμώ. «Έχω το μέγεθος αυτού που βλέπω!» Κι αυτή η φράση γίνεται η ψυχή μου ολόκληρη, ακουμπάω πάνω της όλες τις συγκινήσεις που αισθάνομαι, και πάνω μου, μέσα μου, όπως πάνω στην πόλη έξω, πέφτει η ανεξήγητη γαλήνη του αδυσώπητου φεγγαρόφωτου που αρχίζει να απλώνεται καθώς βραδιάζει. »

 Fernando Pessoa, "Βιβλίο της Ανησυχίας"
[ Α΄ Τόμος ] [ Μετ. Μαρία Παπαδήμα ] [ Εκδ. Gutenberg ]

Astronomy Picture of the Day
 Milky Way over Chilean Volcanoes

Wednesday, May 16, 2018

Ψηφία σημαντικά, ψηφία ασήμαντα

Να 'χει κανείς μετρήσει τις ουράνιες θέσεις 1,7 δισεκατομμυρίων αστέρων κι επιπλέον την απόσταση, το χρώμα, την ταχύτητα και την κατεύθυνση κίνησης 1,3 δισεκατομμυρίων εξ' αυτών, δεν είναι αστεία υπόθεση. Μ' αν δε μιλούσαμε γι' αστέρες; Αν οι αριθμητικές ετούτες μάζες αφορούσαν ανθρώπινα πλάσματα - αν οι αριθμοί δηλαδή μας αντικοίταζαν; Αν μετρούσαμε το «κατακάθι» της ανθρώπινης ζωής, τους «άθικτους» των Ινδιών ή τους «ασήμαντους» της φαβέλας, δε θα είχαν τα νούμερα το ίδιο βάρος σε υπολογιστική ισχύ; Αν αντικαθιστούσαμε τις τέσσερεις μεταβλητές με ισάριθμες άλλες, αν δηλαδή γνωρίζαμε κάθε στιγμή το εισόδημα, τη μόρφωση, την υγεία κι ίσως την ευτυχία 1,3 δισεκατομμυρίων ανθρώπων; Αν φτιάχναμε ένα τετραδιάστατο χάρτη της ανθρώπινης μοίρας, θα 'ταν αυτό λιγότερο ή περισσότερο θαυμαστό; Θα 'ταν η τεχνολογία λιγότερο ικανή να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, αν δηλαδή υπήρχαν προθέσεις ανάλογα υψηλές; Διόλου. Τότε γιατί; Γιατί τούτα τα πλήθη των παρσέκ, με τόση ευκολία, μονοπωλούν τους υλικούς μας πόρους και τα βλέμματα, αφήνοντας μας με καρδιές πρεσβύωπες στο σπίτι απέναντι ή, αν το θες, μια χώρα απόσταση;

Μα είναι, βλέπεις, που τ' αστέρια δε πεινούν κι ούτε πεθαίνουν στις χωματερές. Δε ματοκυλούν οι φωτόσφαιρες, δεν ξεκοιλιάζονται μ' αβυθομέτρητα «γιατί» να γλιστρούν στη λάσπη, με τα σωθικά τους. Είναι που οι γαλαξίες δε σου ζητούν ευθύνη, για τους στροβιλισμούς και τις περιελίξεις τους, δε σου ζητούν ευθύνη για τις πράξεις σου. Υπερκαινοφανείς και αστέρες νετρονίων, αφιόνια και λωτοί. Είναι αλήθεια ακατανίκητη η έλξη, που τραβά τη ματιά του Ανθρώπου ψηλά και μακριά, μα η ματιά ετούτη έχει απολέσει την παιδική καθαρότητα, αφ' ης στιγμής πέρασε την ακαδημαϊκή πύλη. Ούτε στιγμή να μη ξεχνάμε που πατούμε. Δεν είμαστε Νεύτωνες πάνω σε ώμους γιγάντων, είμαστε πολιτικοί και μάλιστα κακοί, πατώντας στα κεφάλια των αδύναμων, αποβλέποντας σε μία ακόμη χρηματοδότηση. Αστρονόμοι και αστροφυσικοί, όπως όλοι μας είναι κι αυτοί, βλέπεις, σωστοί επαγγελματίες. Είναι κι αυτοί από την πάστα των ανθρώπων, που κοιτάνε τη δουλειά ή τη δουλίτσα τους. Κι είναι - αλήθεια - μια όμορφη δουλειά, το να μετράς τ' αστέρια. Κι όμως, παράδοξα, κρινόμαστε οι άνθρωποι όχι μονάχα από εκείνο που μετρούμε, μα εξίσου απ' ό,τι παρατούμε αμέτρητο. Να 'χεις το νου σου πού ή πώς κοιτάζει ένας άνθρωπος, θα σου πει για τον άνθρωπο πολλά. Το στερέωμα είναι καθρέφτης και πάνω του μελετούμε το είδωλό μας. Μα τούτος ο Νάρκισσος αποχαυνώθηκε από την αντανάκλασή του. Αφέθηκε στην υγρασία της ακρολιμνιάς, βούλιαξε μες στην παχιά ιλύ κι ούτε στιγμή δεν αντιλήφθηκε το σώμα του, που 'πιασε να σαπίζει, μέρα με την ημέρα και βαθύτερα.



Sunday, May 6, 2018

67P

Ένας «ξερός» βράχος θα 'πρεπε να 'ναι το πιο ασήμαντο κι αδιάφορο πράγμα, ένας κόσμος νεκρός. Κι όμως όχι. Μια ξέχειλη χούφτα χιονόσκονης (κλεμμένης από χιλιάδες γυάλινες μπάλες, από 'κείνες που 'χουν στη μέση ένα χιονάνθρωπο, ένα έλατο, ένα καλύβι), μια θύελλα ξεστρατισμένων φωτονίων, μια βροχή απειροσύνης, ίδιο παραπέτασμα που γλιστρά στον ίλιγγο, όλα τούτα είναι αρκετά για τη μεταμόρφωση. Αν η μαγεία καταφέρνει να τρυπώσει σε τούτο το σκοτεινό και παγωμένο κόσμο, τότε μπορεί παντού. Τριάντα-τρία στιγμιότυπα απ' τον κομήτη Τσουριούμοφ-Γκερασιμένκο αποτελούν αναπάντεχη μαρτυρία, ότι η ομορφιά όπως κι η επιστήμη, δεν είναι παρά τρόπος να κοιτάς τον κόσμο.

Την έχω νιώσει, ξανά, αυτή την παραζάλη, να στέκεσαι με τους λαβύρινθους απο-προσανατολισμένους, στο κέντρο μιας ασύλληπτης σφαίρας. Να στέκεσαι σε πέτρα γυμνή, στο κέντρο ενός απείρου που στροβιλίζεται αενάως, γυμνός κι εσύ - ή μάλλον απογυμνωμένος. Ολόκληρος ένα αίσθημα καθάριο κι ανεπεξέργαστο, με τις λέξεις εξαφανισμένες στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, από κάποια φυγόκεντρο αναπόδραστη. Όλοι ετούτοι οι αλήτες του διαστήματος είναι για μένα κάποιες Κυκλάδες των ουρανών και το στερέωμα Αιγαίο τους, όσο φτηνά Ελύτειο κι αν ακούγεται τούτο.

Γιατί, όπου κι αν κοιτάξει ο Άνθρωπος βλέπει θραύσματα του εαυτού του. Είναι, μ' αυτόν τον τρόπο, που παίρνει μορφή ο Κόσμος. Δεκατέσσερα δισεκατομμύρια χρόνια πάλευε το Σύμπαν να πάρει σχήμα και δεκατέσσερα δισεκατομμύρια χρόνια δεν κατάφερνε. Μα σαν γεννήθηκαν τα πλάσματα, σαν αστραποβόλησαν οι ματιές κι οι νόες κι ο Έρωτας, ε τότε επιτέλους, σαν κάπως η ύλη να χαμογέλασε.