Saturday, October 13, 2018

Αστρικές κωλοτούμπες ...

Υπάρχει η Αστροφυσική κι υπάρχουν και οι Αστροφυσικοί. Είναι σα να λέμε διαφορετικό πράμα η επιστήμες από τους επιστήμονες, άσχετα που το 'να μορφώνει τ' άλλο, διαλεκτικά. Σε αναλογία με τη Σχετικιστική ρήση του J.A.Wheeler πως «η ύλη λέει στο χωρόχρονο πώς να καμπυλωθεί κι ο χωρόχρονος στην ύλη πώς να κινηθεί». Όμοια οι επιστήμονες καμπυλώνουν την Επιστήμη κατά την ειδική τους μάζα (ή σα να λέμε το ήθος τους) κι εκείνη καθορίζει τις μεθοδολογικές ή - συχνότερα - τις επαγγελματικές τους τροχιές, εντός του πεδίου ισχύος της. Ο Neil deGrasse Tyson δεν καθιερώθηκε, μάλλον, ως μεγάλος επιστήμονας, μα περισσότερο ως μεγάλος εκλαϊκευτής της επιστήμης. Αν μη τι άλλο, τουλάχιστον, άνθρωπος χαρισματικός επικοινωνιακά, από τα λίγα θραύσματα διαδικτυακής γνωριμίας του. Το λειτούργημα ετούτο δεν είναι διόλου υποδεέστερο της βαθιάς επιστήμης, ειδικά σε μια εποχή, όπου το χάσμα μεταξύ των υψηλότερων επιτευγμάτων και της μέσης αδαημοσύνης, γιγαντώνεται με ξέφρενους ρυθμούς. Η επιστημονική εγγραματοσύνη γίνεται ολοένα ζωτικότερο εφόδιο, πολιτών που απαιτούν από εαυτούς τη βαθύτερη κατανόηση και υπευθυνότητα. Ο εκλαϊκευτής της επιστήμης είναι εκείνη η ιδιαίτερη πάστα ανθρώπου, που συνδυάζει την ευφυΐα ενός επαγγελματία επιστήμονα με την επικοινωνιακή δεινότητα. Η αληθινή αγάπη για την επιστήμη δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση, όπως δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να γίνει κανείς επιστήμονας. Αρκεί το συμφέρον. Κι ωστόσο, αν η επικοινωνική δεινότητα - ενίοτε μπολιασμένη με μια εσάνς ναρκισσισμού - συνδυαστεί με την αγάπη για την επιστήμη, τότε επιτάσσει μια συγκεκριμένη συμπεριφορά : οι άνθρωποι ετούτοι μιλάνε κι αρθρογραφούν ακάματα και διαρκώς για όλα τα θαυμαστά πράγματα που συντελούνται ή αποκρυπτογραφούνται σε απομακρυσμένους τόπους κι απροσπέλαστα εργαστήρια, εμπλουτίζοντας τον ανθρώπινο πολιτισμό σε αντιληπτικό εύρος και βάθος. Γιατί - και τούτο είναι δική μου θέση - δεν είναι πολιτισμός η φλόγα που συντηρεί τις μετρημένες εστίες των θεών, μα η φωτιά που γίνεται κοινό κτήμα και πυρπολεί ολάκερη την κοινωνία, μπολιάζοντας κάθε της διάσταση, απ' άκρη σ' άκρη. Δε θα το θεωρούσα υπερβολή, αν αποδίδαμε, στους γνήσιους εκφραστές αυτού του ήθους, τα εύσημα ενός ήσσονος Προμηθέα.

Ο Neil DeGrass Tyson δεν ξέρω αν είναι Προμηθέας, είναι ωστόσο κι όπως το λέμε λαϊκά : μεγάλη μάρκα. Τούτο βεβαίως, φαίνεται αναφανδόν, από την απαράμιλλη τσαχπινιά με την οποία κάθε του φράση δεν ξεκινά από τη λέξη, αλλά από τη ματιά, μήτε αποσώζεται από την τελεία, αλλά από έναν Τζοκόντειο χειλικό επαμφοτερισμό. Τα περιεχόμενα λόγια, ανάμεσα στο βλέμμα και το μειδίαμα, πιθανότατα να μην έχουν καμία σημασία, όταν τα πλέον σημαντικά έχουν ήδη ειπωθεί, από τη φυσιογνωμική εκφραστικότητα. Ο DeGrass είναι από τους ανθρώπους εκείνους, που θα μπορούσε να σε κάνει να κρέμεσαι απ' τα χείλη του, αραδιάζοντας τις πλέον τετριμμένες κοινοτοπίες. Το 'χει ο άνθρωπος, πώς να το κάνουμε; Το μεγαλύτερο προσόν του, ωστόσο, φαίνεται να είναι εκείνη η ενδιάμεση κατάσταση, που καλούμε διπλωματία. Όχι η μεσότητα, που είναι άλλο πράγμα. Μεσότητα δε σημαίνει να στέκεσαι στο μεσόθυρο, μήτε μπαίνοντας, μήτε βγαίνοντας. Μεσότητα σημαίνει να παίρνει κανείς θέση, μ' από τις δυνατές αποχρώσεις της θέσης τούτης, να επιλέγει τη μέγιστη δυνατή ισορροπία - κατά την κρίση του. Η διπλωματία είναι ένα καλειδοσκόπιο, απ' όλες τις δυνατές θέσεις. Χαρακτηριστικό του επαγγελματία πολιτικού ή του δημοσιογράφου. Ο Tyson προσεγγίζει περισσότερο τους τελευταίους, παρά το μαχητικό επιστήμονα, που κρατά απλά τις αποστάσεις. Μεγάλο προσόν γι' ανθρώπους, που συναναστρέφονται με κρατικά ή άλλα κονδύλια. Διαφορετικά, καταλήγουν ρομαντικοί ζητιάνοι, όπως η Ellie Arroway (ΑΚΑ Jodie Foster) στην «Επαφή», να περιμένουν πότε θα καταφτάσει ο ιδιοφυής μεγιστάνας με το όραμα, καβάλα στο τελικό καρκινικό του στάδιο, κραδαίνοντας την πολυθρύλητη επιδότηση.

Λαβή για τις σκέψεις αυτές, στάθηκε το άρθρο ετούτο , με αφορμή την πρόσφατη έκδοση του βιβλίου "Accessory to War: The Unspoken Alliance Between Astrophysics and the Military", του περί ου ο λόγος και κάποιου Avis Lang. Το βιβλίο, εν μέρει ερευνητικό κι εν μέρει εξομολογητικό, πραγματεύεται την αλληλεξάρτηση Αστροφυσικής (με την ευρύτερη έννοια της Αστρονομίας) και Πολεμικής Επιχείρησης (με την ευρύτερη έννοια της Επιχείρησης), από τις απαρχές της Ιστορίας ίσαμε σήμερα. Με το έμπα του άρθρου, ωστόσο, ο αξιοπρεπής και καλόπιστος αναγνώστης αισθάνεται μια αυθόρμητη ανάγκη να ξεράσει τα σωθικά του. Ο αγαπητός Neil DeGrass θεωρεί τους αναγνώστες τους εντελώς χάπατα και πιάνει να τους δουλεύει ψιλό γαζί, άμα τη πρώτη αράδα. Διαφορετικά, δεν απομένει άλλη η ερμηνεία : ο DeGrass υπήρξε κάποτε ξεδιάντροπα αφελής. Γιατί είναι ξεδιάντροπη αφέλεια να παραδέχεται κανείς πως πρέπει να φτάσει στα 45 του (το 2003), ώστε να συνειδητοποιήσει όσα τέλος πάντων ισχυρίζεται ο Tyson ότι συνειδητοποίησε. Δεν ήταν οικοδόμος, δεν ήταν ψαράς, δεν ήταν ένας αμόρφωτος άνθρωπος του λαού, εφοδιασμένος απλά με γνήσια καρδιά και γερούς ώμους, στερημένος ωστόσο από ευρύτερο γνωστικό υπόβαθρο. Ήταν ένας ευφυής και ικανότατατος μελετητής, ένα πνεύμα σπιρτόζικο κι ευέλικτο, ένας νους τέλος πάντων με μία τουλάχιστον διάσταση περισσότερη, από εμάς τους ανθρώπους της πλέμπας. Κι ωστόσο, ένας τέτοιος άνθρωπος, μεγαλωμένος στους ανώτερους κύκλους της επιστήμης, θέλει να μας πείσει ότι χρειάστηκε 45 ολόκληρες περιστροφές, περί τον Ήλιο, μέχρι να πάρει πρέφα πως η Αστροφυσική κι ο Πόλεμος (η Πολιτική, ορθότερα) είναι τομείς της ανθρώπινης δράσης, άρρηκτα δεμένοι μεταξύ τους. Όταν κι ο πλέον αδαής θαμώνας του καφενέ και του κομπολογιού έχει στοιχειώδη εικόνα του στρατηγικά ψυχροπολεμικού πλαισίου μέσα στο οποία συντελέστηκαν ένα σωρό «προόδοι», όπως για παράδειγμα η κατάκτηση της Σελήνης.

Είτε, πάλι, οι άνθρωποι που καλούνται θεράποντες τις Επιστήμης, είναι επικίνδυνα ακαλλιέργητοι πολιτικά και γνωστικά μονοδιάστατοι. Το τελευταίο είναι, φυσικά, τρομαχτικότερο. Μπορείς να κατανοήσεις - χωρίς απαραίτητα να δικαιολογήσεις - τον άνθρωπο, που έλαβε μιαν απόφαση εν γνώσει του κι από συμφέρον - αλλά εν γνώσει. Αλλά δύσκολα θα βρεις ελαφρυντικά στους ανθρώπους που κατασκευάζουν πυρηνικές βόμβες, για τη χαρά της επιστήμης - ή επειδή μπορούν. Ετούτοι οι σύγχρονοι Φρανκενστάιν, διακατέχονται από μιαν έπαρση αντίστροφη : κλεισμένοι στους επτασφράγιστους πύργους τους δεν γυρεύουν να συνθέσουν τη ζωή από τις συναρτήσεις του θανάτου, μα τουναντίον να δημιουργήσουν θάνατο από τους διαμελισμούς της ζωής. Ο DeGrass, με τα πονηρά ματάκια του, δεν είναι ούτε σχιζοφρενής επιστήμονας, ούτε νοικοκυρά της λαϊκής. Ξεκινώντας την εξομολόγηση με μια υποκρισία ακυρώνει κάθε διάθεση να παρακολουθήσεις τη συνέχεια. Προφανώς, σε όλη του τη ζωή δεν κατάφερε να είναι παρά καλός υπάλληλος, αφού δεν έχει το θάρρος να παραδεχτεί πώς ο επιστήμονας δεν αγνοεί, παρά εθελοτυφλεί. Να παραδεχτεί πως για χάρη της εφαρμογής, του πειράματος και του χρήματος, οι περισσότεροι κάνουν τις πάπιες, γιατί και πώς αλλιώς;; Πρωτίστως, να κάνουμε τη δουλειά μας ή τη λόξα μας και οι συνέπειες στην ώρα τους, την καθορισμένη από τους Πολιτικούς ή τους Στρατιωτικούς.

Η διπλωματία περί των ταπεινών και καθημερινών έχει πλάκα κι είναι το πιο συχνά ωφέλιμη. Η διπλωματία περί των σοβαρών, ωστόσο, ρισκάρει να γελοιοποιήσει ενίοτε το μείζον σε αποκριάτικο καρναβάλι. Η παρακάτω παράγραφος είναι σχεδόν ορισμός της διπροσωπίας. Ο τετραπέρατος DeGrass αστοχεί να διαχειριστεί το λόγο του σωστά - γιατί δε χωρά στα πάντα η ρητορική μεσότητα - και το νόημα γλιστρά άκομψα από τη διπλωματία στη σχετική ξεφτίλα : «Up to that point, he had believed that the conference was focused on the peaceful study of space, even if it involved “a bit of arms trading on the side”. But that year, the gathering coincided with the opening volleys of the US-led invasion of Iraq. Tyson suddenly recognized that the conference represented a greater reality: the collision and collusion of civil science and military space». Όπου, ξάφνου κι εκείνη τη χρονιά συγκεκριμένα, ο συγγραφέας πέφτει από τα σύννεφα : ως τότε, δεν είχε πάρει πρέφα ο άμοιρος κατά πού πέφτει η Μέση Ανατολή ή κατά πώς πέφτει ένας άνθρωπος νεκρός. Το χαριτωμένο παράπλευρο εμπόριο, ως δια μαγείας (μαύρης) δεν αφορούσε πλέον στον πλατωνικό κόσμο των (στρατιωτικών) ιδεών, αλλά σκορπούσε πτώματα απολύτως γήινα κι απολύτως διαμελισμένα. Κι αυθόρμητα αναρωτιέται ως κι ο πλέον καλόπιστος αναγνώστης : μα ποιος δουλεύει ποιον, τελικά;

“A bit of arms trading on the side.”

Το άρθρο, σε ρόλο χορηγού θετικής ενέργειας, συνεχίζει μιλώντας για «κτηνώδη ειλικρίνεια» (brutal honesty), μα κατά βάθος, άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε. Δεν είναι κτηνώδης ειλικρίνεια να μιλάς ευθαρσώς για τις διαπλοκές των Βαβυλωνίων πριν 3000 χρόνια ή του Κολόμβου πριν πέντε αιώνες. Δεν είναι κτηνώδης ειλικρίνεια να μιλάς δίχως να ρισκάρεις το παραμικρό, αφού τέτοιες αποκαλύψεις δε θίγουν το ελάχιστο συμφέρον και κανενός δε καίγεται καρφάκι. Αν έχεις τα κότσια πιάσε να μιλήσεις για τις μέρες τις δικές μας, πιάσε να μιλήσεις για πράματα στα οποία γίνηκες μάρτυρας κι ίσως συνένοχος. Παραδέξου κι ομολόγησε τις προσωπικές ευθύνες των ανθρώπων, που κρατούν τις μοίρες μας στα χέρια τους, πιάσε δηλαδή να μιλάς για εξουσίες, αντί για συνουσίες. Όχι ακροθιγώς, αλλά με το νυστέρι. Με την ελπίδα κάποτε το νυστέρι να μεταμορφώνεται σε ξίφος. Από την ανάλυση του άρθρου υποψιάζεται κανείς πως οι συγγραφείς παλεύουν διακριτικά ν' αποφύγουν τις θέσεις, στοχεύοντας σε μια νηφάλια κι αποστασιοποιημένη κριτική περιγραφή. Μα τούτο είναι άστοχο, σαν ξεκινάς - και καλά - με αφορμή μιαν ηθική αφύπνιση. Το παραπλανητικό ετούτο στίγμα, δίνει την εντύπωση ενός ανθρώπου με διάθεση να εξεγερθεί απέναντι σ' αυτό που συμβαίνει, μα καταλήγει απλά να φλυαρεί γι' αυτό που συνέβαινε. Με τούτη την περίτεχνη διπλωματική κωλοτούμπα, το βιβλίο δεν χάνει προφανώς απ' την αξία της ιστορικής ανάλυσης, χάνει ωστόσο από τη σημασία και το βάρος του ομιλητή, θολώνοντας το βλέμμα του αναγνώστη με μιαν ανώφελη καχυποψία. Γιατί στ' ανθρώπινα δεν έχει αξία απλώς η πληροφορία, η οποία μεταλαμπαδεύεται ούτως ή άλλως άκοπα, ψυχρά κι ανώδυνα από τους ηλεκτρονικούς διαύλους, μα συνάμα - αν όχι περισσότερο - το ήθος του αγγελιοφόρου. Στην αποκάλυψη του τερατώδους η μισή αξία φωλιάζει στο περιεχόμενο καθαυτό, μα η άλλη στα κίνητρα που ωθούν τη γλώσσα να μιλήσει, δηλαδή στον ανθρώπινο ψυχισμό. Το θάρρος ετούτο γίνεται παράδειγμα και μήνυμα απείρως σημαντικότερο, γιατί γυρεύει μιμητές και συναγωνιστές σ' ένα κοινό ήθος. Δεν είναι οι περιγραφές των γεγονότων που ταρακουνούν κι εμπνέουν κι ούτε καν τα γεγονότα καθαυτά. Είναι η βαρύτητα που τούτα αποκτούν μέσα στις συνειδήσεις.

Ο DeGrass μας θέλει απλά κοινωνούς στην πληροφορία και στις πωλήσεις του καινούργιου του βιβλίου, παρά σ' ένα κοινό ήθος ∙ σ' εκείνο δηλαδή το ήθος που συνειδητοποίησε - και αν - σε κάποια φάση της ζωής του. Το άρθρο από την άλλη, σε μια προσπάθεια κριτικής με τακτ, προσπαθώντας να βάλει κάποια πράγματα στη θέση τους, τα κάνει ακόμη χειρότερα. Υποβιβάζει του κακομοίρηδες ερευνητές σε πολυμήχανους ψωμοζήτουλες, οι οποίοι σκαρφίζονται τρόπους να «ξεγελάσουν» τους στρατιωτικούς μηχανισμούς, προκειμένου να προάγουν την ευγενή τους επιστήμη. Τελικά, προάγουν τη δειλία και την κρυψίνοια. Διαιωνίζουν τους αυτούς συσχετισμούς και νίπτοντας τα χείρας τους, αναβάλλουν την ανάληψη ευθυνών στον αιώνα των άπαντα. Αλλά στην τελική, δεν είναι λόγος να φορτώνουμε στις πλάτες των ερευνητών σταυρούς, των οποίων έχουν μόνο την ψιλή κυριότητα. Κάθε κοινωνία έχει τους συσχετισμούς για τους οποίους είναι άξια. Αν η Αστροφυσική είναι «το αφανές θύμα της Ειρήνης» κι αν ο θαυμαστός κόσμος του Διαστήματος καθίστατο ανύπαρκτος, δίχως την οικονομική στήριξη των απανταχού Πενταγώνων, σ' αυτό δεν φταίνε εξολοκλήρου οι επιστήμονες - ή καλύτερα, δε φταίνε ως προς την επιστημονική τους ιδιότητα. Φταίει η νοσηρότητα μιας κοινωνίας ολάκερης, η κατάπτωση ενός πολιτισμού, που υπομένει ευκολότερα τον τράχηλο του στρατιωτικού αμπέχωνου, από τη χειραφέτηση του κοσμοναύτη. Ενός πολιτισμού, που κατανοεί τη σάρκα πιότερο με τη λόγχη, παρά το μικροσκόπιο. Κι αν του χαρίσεις το διάστημα, θα πιάσει με τούτο να εποπτεύει τις λάσπες για οχτρούς, παρά να γυρεύει αδερφούς στ' αστέρια.

Η πραγματική επιστήμη δεν είναι τρόπος εξουσίας επί του Κόσμου, αλλά μορφή αγάπης του Κόσμου. Το στοίχημα της ανθρωπότητας δεν ήταν ποτέ να φτιάξει ακραιφνείς μαχητές ή μισθοφόρους - που στέκονταν ούτως ή άλλως περισσοί, σ' όλες τις εποχές. Ήταν - και είναι - να σώσει την αγάπη από τον υποβιβασμό σε ρητορεία. Είναι να κάνει μαχητές, εκείνους που αγαπούν.